Καλώς ήρθατε στην σελίδα των Κατηχητικών Σχολείων Όθους Καρπάθου - Τμήμα Χειροτεχνίας

Welcome to the site of Catechetical Schools Parish of the Transfiguration Othos Metropolis of Karpathos and Kasos - Handicrafts Department

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Η χαραμάδα και ο παράδεισος



Μεσημερι. Ρουτινα.
Μια απλη καθημερινη. Τα σπουδαια συμβαινουν αλλου, οχι εδω.
Σ'ενα συνηθισμενο σπιτι, μιας συνηθισμενης οικογενειας, σε μια συνηθισμενη ζωη.
Τιποτα το ιδιαιτερο. Τιποτα το αξιοπροσεκτο.
Ησυχο το σπιτι, η μητερα κατακοπη με τις δουλειες, με το βλεμμα ανησυχο, με την προσμονη μιας αναπαυσης, να ειναι μακρια απο την δικαιωση της.
Νεα στο σωμα, γρια σχεδον στην ψυχη.

Το παιδι, με το προσωπο του αγγελου, μπροστα στα εικονισματα, με το κανδηλι να αντιφεγγιζει στα ματια του, εκανε προσευχη, για το φαγητο.

Φαγητο ομως δεν υπηρχε.
Αλλη μια φορα θα ερχοταν απ'εξω, κρυφα, σκεπασμενο σαν κλοπιμαιο, και προερχομενο απο το υστερημα καποιων αλλων.

Αντι αυτου, υπηρχε ομως υπομονη, αλλα και αυτη ποσο να αντεξει;

Ωρες σιωπης και αναμονης. Κανεις δεν μιλα.

Ουτε το παιδι, ουτε η μητερα. Μονο κοιταζονται, παρηγορητικα, μιλουν με ενα αθορυβο διαλογο παρακλησεως, ενδιαθετο, ψυχικο, αδειαζοντας σιγα σιγα τα τελευταια αποθεματα τους.

Ακουγεται ο θορυβος των κλειδιων. Η πορτα ανοιγει, ο πατερας μπαινει, μαζι με εναν ηλικιωμενο Ιερεα, πιθανον τον κοντινο εφημεριο.
40ρης με οψη 70ρη, ο πατερας, μονιμος στην ανεργια, ρακος καθημαγμενο απο την αχρηστια, την αγωνια και τον πονο.

Η Μητερα τον κοιταξε και τον πηρε παραπερα. "Τι συμβαινει του λεει, τι θελει ο Ιερεας εδω; Τι εγινε;"

"Eναν αγιασμο να μας κανει, να μας βοηθησει ο Θεος." της απαντα, o αντρας με φωνη σβησμενη. Δεν μας εχει μεινει τιποτα αλλο, σε παρακαλω, μην στεναχωριεσαι δεν συμβαινει τιποτα. Ενταξει ειμαι.

Καθισε ο Ιερεας, και του προσφερθηκε λιγο μπαγιατικος καφες, με παξιμαδι.

Το ευχολογιο, ο Σταυρος, το Πετραχηλι, ο Βασιλικος, ηταν ετοιμα να ξορκισουν το κακο, και να σκορπισουν χαρη και ευλογια, ανασα ελπιδας και θαρρος για τον ανηφορο, που ολο και πιο αποτομος γινοταν, ολο και πιο τραχυς.

Περασαν λιγα λεπτα σιιωπης, τα τυπικα, οι νουθεσιες, τα νεα της γειτονιας, καλεσμα για συχνο Εκκλησιασμο, συμμετοχη στην ζωη της Ενοριας, προσπαθειες για καποια δουλεια, υποσχεση βοηθειας, ολα αυτα που η φιλοστοργη Μανα Εκκλησια, αιωνες τωρα, αδιακοπα και ακοπα, μαζευει για να ανα-στησει τα παιδια της, που σκονταφτουν συνεχως στον χωματοδρομο, του βιου, τον κακοτραχαλο αυτο δρομο, οπου και καποιος "αλλος", ευκαιρος, περα και εκτος απο την προσωπικη ευθυνη τους, φροντιζει να γεμιζει συνεχεια με νεες και κοφτερες πετρες..

Το παιδι κοιταξε στα ματια τον Ιερεα, που λιγο πιο πριν το ειχε συγχαρει για το περιποιημενο δωματιο του, το μικρο εικονοστασι του, και την επιμελη του προσευχη και μελετη.

"Παππουλη να σας ρωτησω κατι";
"Ναι παδι μου", απαντησε ο γερο-Ιερεας, "οτι θελεις, εαν ξερω, ευχαριστως να σε αναπαυσω".
"Γιατι Παππουλη ολοι εχουν φαϊ εκτος απο εμας, γιατι ο Μπαμπας δεν εχει ποτε δουλεια, γιατι η Μαμα κλαιει κρυφα, πισω απο την πορτα του δωματιου της, και γιατι κανει οτι μαγειρευει αλλα το φερνει απ'εξω το φαϊ, και γιατι κανεις δεν ερχεται σπιτι μας, και γιατι ολα τα παιδια με αποφευγουν στην παρεα;"
Χιλιαδες γιατι, ετριζαν συνθεμελα το σπιτι.
"Γιατι; Γιατι δεν μας βοηθα ο Θεος εμας, αλλα μονο τους αλλους; Αφου προσευχομαστε, δεν προσευχομαστε, γιατι δεν μας προσεχει εμας; Τι κακο καναμε;"

Οι ταλαιπωροι γονεις παγωσαν και δαγκωθηκαν. Ξεσπασε κατι που κοχλαζε καιρο. Το ηφαιστιο της μικρης ψυχης. To παραπονο ξεχυθηκε σαν λαβα, και κατεκαιε την ωρα και την ατμοσφαιρα, και τον τοπο ολο.

Δεν ηθελε πολλα, ζητουσε τα αυτονοητα, αυτος ο αγγελος, που του γυρισαν το κλειδι απο μεσα, και εμεινε απ'εξω να κοιταζει απορημενος τον παραδεισο, που του στερουσαν καποιοι αλλοι, φτιαγμενοι για την κολαση.

Ο Ιερεας ταραχθηκε, γιατι εκτος απο τον λογο, παραλληλα κυλησε και ενα καυτο δακρυ, στο μαγουλο του ενσαρκου αυτου μικρου αγγελου.

Φρικτο και ασηκωτο το θεαμα ενος παιδου που υπεφερε. 50 χρονια, ιερατικης ευθυνης, ποιμαντικης πορειας, και διακονιας του λαου του Θεου, εμοιαζαν να τον εγκαταλειπουν, και να μοιαζει με νεο φρεσκοχειροτονημενο Διακο, που αλλου παταγε και αλλου βρισκοτανε.
Δεν αντεξε την βαρια και εντονη συγκινηση και ο ιδιος. Περασε ενα λεπτο, ομοιο με χιλιετια.

Μια οικογενεια, που υπεφερε βουβα, χωρις "επαναστασεις", χωρις βια, χωρις μισος, "μοιρολατρικα", χωρις να ενοχλει κανεναν, χωρις αντιδραση, συμφωνα με την αρρωστη λογικη του κοσμου, που ζητα κρεμαλες και εκτελεσεις, και αλλα τινα, ψυχικα ναρκωτικα για να νιωσει καλυτερα, απο τις ενοχες του, και απο την μποχα που τον πνιγει, απο το αδιεξοδο που δημιουργησε ο ιδιος ο κοσμος,
Σηκωνε τον σταυρο της, και ανεβαινε τον προσωπικο της Γολγοθα, περιμενοντας τον Σιμωνα τον Κυρηναιο, να την ελαφρωσει λιγο, για να συνεχισει μεχρι τελους.

Μαζεψε τα ψυχικα του κομματια, και απαντησε στο παιδι, που δεν ελεγε να ξεκολλησει το βλεμμα του απο πανω του.

"Ακουσε παιδι μου", του ειπε, μιλωντας με σεβασμο και ευθυνη οπως μιλανε σε εναν συνομιληκο οι ανθρωποι του Θεου. Γιατι και τα παιδια, ειναι ενηλικες, και ωριμα, πιο πολυ απο αυτους, οταν προκειται να ακουσουν λογο Θεου.

"Δεν θα σου απαντησω το γιατι. Aπλα και ειλικρινα δεν υπαρχει απαντηση.. Θελω να με καταλαβεις, δεν υπαρχει γιατι.
Αλλα θα σου πω το πως. Θα σου πω οτι μπορει να μετατρεψεις τα αναπαντητα γιατι, σε πως.
Απο αδιεξοδο τοπο να κανεις την απελπισια τροπο και διεξοδο.
Θα σου πω, πως μπορεις να δεις τον Παραδεισο μεσα απο την χαραμαδα διπλα στο παραθυρο σου", του ειπε δειχνοντας με το δαχτυλο, το ανεπισκευαστο παραθυρο με τον φθαρμενο τοιχο, οπου στο πλαϊ εχασκε ενα ανοιγμα μια χαραμαδα, μεσω της οποιας εμπαινε μια μικρη αχτιδα φωτος.
Το παιδι κοιταξε με απορια. "Μα αυτο ειναι το φως του ηλιου Παππουλη, δεν ειναι ο παραδεισος".
Συνεχισε αποφασιστικα ο Ιερεας, για να δωσει οτι ειχε, στο παιδι, σαν ωθηση να συνεχισει.
"Οχι παιδι μου. Το φως του παραδεισου ειναι. Το φως του Θεου ειναι. Eτσι να το βλεπεις, και ετσι να το περιμενεις.
"Πως; Πως θα γινει αυτο που λες;" ανταπαντησε το παιδι, και η στιγμη ηταν κρισιμη, σαν μαχη που ειχε αναψει.
"Ειδες που ηρθαμε απο το γιατι στο πως; Να πως..
Στηριζοντας την Μητερα σου, που κλαιει, με την αγαπη σου, στηριζοντας τον Πατερα σου, που πονα, με την υπομονη σου, τρωγοντας το φαγητο σαν να ειναι δικο σας, εχοντας για παρεα τον Χριστο, την Μητερα μας και Μητερα Του, και τους Αγιους μας, στηριζοντας τον εαυτο σου και τον κοσμο ολο με την προσευχη σου, στηριζοντας ολη σου την ελπιδα, ολη σου την προσπαθεια να ζησεις, στο Ονομα του Χριστου παιδι μου, και στην Εκκλησια Του.
Μην αποκαμεις παιδι μου, γιατι για σενα κρατα ο Θεος τον κοσμο, απο τα ματια σου περιμενει να περασει το φως και να σπασει το σκοταδι.
Απο την ταπεινοτητα σου, και την αθωοτητα σου θα νικηθει το κακο.
Ολα θα περασουν, και αυτη η χαραμαδα που βλεπεις και ντρεπεσαι, γιατι δεν μπορειτε να την φτιαξετε, θα ανοιξει τοσο διαπλατα, ωστε να μπειτε μεσα στην Χαρα του Θεου, ολοι μαζι η ευλογημενη οικογενεια σου.
Οταν απο μεγαλες και ακριβες, ισχυρες, διαπλατα ανοιγμενες πυλες, στον κοσμο, θα μπαινει το αιωνιο σκοταδι, απο δω μεσα θα μπει το Φως.
Κανε υπομονη παιδι μου, κανε προσευχη, και κανε το δακρυ σου, κολυμπηθρα του Σιλωαμ, να μπουμε ολοι οι αθλιοι και οι αμαρτωλοι, να ξεπλυθουμε, να μας λυπηθει ο Θεος, να μας δειξει το Προσωπο Του.
Σε παρακαλω." Σιωπησε και αναστεναξε ο γεροντας ποιμενας.

Το παιδι αναθαρρησε. Ειμαι τοσο σπουδαιος, για τον κοσμο Παππουλη; Mπορω εγω να κανω τοσα πολλα; Κι'ας μην εχω τιποτα, ουτε καλα καλα φαγητο να φαω.. Ναι, ναι, θα προσπαθησω, να κανω οτι μπορω.
"Εισαι και παραεισαι παιδι μου. Και απο τωρα σου βαζω διακονημα, και να κανεις υπακοη, εαν με αγαπας".
Απο τωρα και στο εξης, ως αγγελος Θεου, θα προσευχεσαι για ολους, και γιαυτους που δεν εχουν,
αλλα περισσοτερο γιαυτους που εχουν, και θα προσπαθεις καθε μερα, να ανοιγεις νοητα, την χαραμαδα αυτην, της ανθρωπινης φτωχειας, να την κανεις ολανοιχτη θυρα για τον εισοδο στον πλουτο που δεν τελειωνει, για το ξημερωμα που δεν εχει τελος, για το γευμα που δεν εχει κορο, και για την χαρα που δεν γνωριζει οριο.

Κανε μου την χαρη παιδι μου. Και ευχου και για εμενα.."

Σηκωθηκε ο Ιερεας, και αφου με κοπο, συγκρατουσε τα δακρυα, ειπε:
"Eλατε να αγιασουμε τον οικο σας, και να πανε ολα καλα, ολα δεξια, με την χαρη του Χριστου μας."

Το παιδι δεν κρατιοταν, ειχε ηδη φυγει, αφου φιλησε το χερι, εφυγε για το διακονημα του.

Πηγε στο δωματιο, και αρχισε να κανει υπακοη ομοια, και εξισου ανεκτιμητη και ακριβη με αυτην, που κανουν τα μυρια επουρανια ταγματα των αχρονων αγγελων, στον Δεσποτη και Παντοκρατορα Χριστο, δηλαδη να μεριμνουν και αυτα ακαταπαυστα για την σωτηρια του κοσμου, και εξαπαντος του γενους των ανθρωπων. Φωτεινο, αγγελικο, γοργοφτερο σκαρι, βγηκε ευθυς στα ανοιχτα να ψαρεψει Χριστο, στο καταγαλανο πελαγος της αθωοτητας του, και της παιδικης ξενοιασιας, που ξερει την στεναχωρια να την κανει χαρα, απο στιγμη σε στιγμη.

Αγγελος και αυτο, με την τσεπη αδεια, και την κοιλια να γουργουριζει, αλλα μηπως και οι αγγελοι τρωνε;
“ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού”
Ματθ. δ΄,4

Mε το φως να το λουζει, μυστικα απο την χαραμαδα της παιδικης του ψυχης, εχοντας για φτερα πλεον τον παρηγορο και αγιαστικο λογο του Ιερεα, και την ευχη του για το δρομο της ζωης.
Ναι.  Τωρα πια δεν τον ενδιεφερε το γιατι..
Οχι.
Γιατι ηξερε το "πως". Το "πως" ειναι ο δρομος, αλλα και ο χαρτης. Ενω το "γιατι" ειναι το αδιεξοδο.

 Ειχε καταλαβει. Ειχε νιωσει και ειχε προσλαβει το νοημα με το παιδικο του ισχυρο και καθαρο πνευμα.

Και αυτο του ηταν αρκετο, να ζησει πλεον και να δει μεσα απο την χαραμαδα, τον Παραδεισο, ολοφωτο και ολανοιχτο, να τον περιμενει, και να του ψιθυριζει μυστικα:

"Eλα, ελα μικρε αγγελε, πισω στον τοπο σου και φερε και οσους μπορεσεις.."

Αμην, να μπορουσαμε να μπουμε και εμεις μαζι του, για την αγαπη και το ελεος του Θεου, που σταυρωθηκε για ολους μας, και δεν περισσευει κανενας, και ας μην ειναι ολοι φτωχα και αθωα παιδια, στο σωμα και την ψυχη..

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Χαίρε Θάλασσα μου!




 Το νέο τραγούδι του Σταμάτη Σπανουδάκη με ερμηνεία από τη μικτή χορωδία του Σπύρου Λάμπρου. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις συναυλίες 24 & 25 Μαρτίου 2012, στο Μέγαρο Μουσικής.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Ο Χριστός στο Club της Πολιτείας

Αλέξανδρου Σ. Καριώτογλου


Είχε προηγηθεί ένα τρελό πάρτι της Β’ Λυκείου εκείνης της χρονιάς στο Club της Πολιτείας. Συμμαθητές και συμμαθήτριες από την ίδια τάξη, πολλοί
φίλοι τους από άλλα σχολεία και μερικά «φιλαράκια» από την Α’ και Γ’ Λυκείου. Πα ρούσα και η κόρη μου.
Γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα έπρεπε να μεταβώ στο χώρο αυτό, ξένο για μένα, της διασκέδασης των σύγχρονων νέων μας για να παραλάβω την κόρη μου.


- Κύριε, ελάτε να μας δείτε λίγο, με παρακάλεσαν οι μαθητές μου κι εγώ δεν τους αρνήθηκα. Θόρυβος πολύς, καπνός από τσιγάρα. Όλοι ντυμένοι στα γιορτινά τους. Δεν τους αναγνώριζα. Χα ρούμενα πρόσωπα έως φαιδρά. Να ο Κωστής, πού στο σχολείο είναι προβληματισμένος και ιδιαίτερα προσεκτικός. Τώρα χορεύει με περισσή ικανότη τα. Άλλος άνθρωπος, πιο ελεύθερος, πιο αλέγρος. Κοίταξα τη Χριστίνα, σεμνή στο σχολείο κι εδώ αγκαλιασμένη με το Μάριο, τα λένε σε ένα άλλο στυλ. Κάποια στιγμή σκέφτηκα τη διαφορά ανάμεσα στη σχολική ζωή και σ’ αυτόν τον τρόπο διασκέδασης. Άλλο η σχολική ζωή, άλλο η οικογενειακή ζωή, άλλο η διασκέδαση, άλλο η θρησκευτική ζωή και άλλο η έπαγγελματική ζωή. Κι ανάλογα οι αντιδράσεις σε κάθε περιβάλλον. Μάθαμε όμως και μαθαίνουμε και τα παιδιά μας να συμπεριφέρονται σε κάθε τόπο ανάλογα!


- Δεν θα χορέψετε μαζί μας λίγο, κύριε; με ρώτησαν. Και βέβαια. Δεν ήρθα από άλλον πλανήτη. Στη χαρά σας, χαίρομαι κι εγώ με τη σειρά μου, γίνομαι κι εγώ δεκαεξάρης, γιατί όχι; Κι ένα ποτό; Κι αυτό ευπρόσδεκτο, για την αγάπη σας. Ύστε ρα από λίγο έφυγα με την κόρη μου αρκετά προβληματισμένος. Ετοίμαζα και το μάθημα πού θα έκανα την επομένη στην τάξη αυτή. Το μάθημα πού έπρεπε να διδάξω είχε στο βιβλίο τους τον τίτλο «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;». Το γνωστό ερώτημα πού έθεσε ο Χριστός στους μαθητές του και στους ανθρώπους κάθε εποχής, περιμένο ντας από αυτούς μιάν απάντηση. Είχα γράψει εγώ το σχολικό τους βιβλίο και γνώριζα καλά τι ήθελα να τους μεταφέρω.


Ποιά απάντηση θα έπαιρνα άραγε από αυτά τα ξενυχτισμένα παιδιά στο τέλος της διδακτικής ώρας, την οποία ήρθαν μάλιστα να παρακολουθή σουν εξήντα φοιτητές της Θεολογίας; Η αγωνία μου μεγάλωνε ακόμα περισσότερο, όταν σκεφτόμουν ότι η διδακτική αυτή ώρα ήταν υπόδειγμα για εξήντα μελλοντικούς συναδέλφους μου. Έπρεπε να είναι μια κλασική ώρα μαθήματος ή θα χρειαζόταν να πρωτοτυπήσω επικίνδυνα, ρίχνοντας όλους στα «βαθιά νερά»; Σκέφτηκα πώς ο απόστολος Παύλος είχε πρωτοτυπήσει για να μεταφέρει το κήρυγμα του Αναστημένου Χριστού στους συμπολίτες μας Αθηναίους. Ναι, αλλά ήταν ένας Παύλος. Όμως ταυ τόχρονα θυμήθηκα και το λόγο του ότι η δύναμή του «εν ασθενεία τελειούται». Μήπως έχουμε κι εμείς να κάνουμε την ίδια δουλειά; Εμπρός λοιπόν, κύ ριε καθηγητά, εμπρός στο έργο του ευαγγελισμού, ίσως του επανευαγγελισμού, κάνε το σταυρό σου και προχώρα.


Το μάθημα αρχίζει. Αυτό είναι το θέμα μας. Όμως εγώ θα ήθελα να σας προκαλέσω, γιατί από χτες το βράδυ με προβληματίσατε. Θέτω την ερώ τηση προς συζήτηση: «Τί λέτε, ήταν χτές το βράδυ στο Club πού διασκεδάζατε, έστω πού διασκεδάζαμε, ο ίδιος ο Χριστός;» Η βόμβα έπεσε και δη μιούργησε ξαφνικά ένα κύμα σιωπής. Κάποιοι χα μογέλασαν. Μετά από ένα λεπτό σιγής σηκώθηκε το πρώτο χέρι: «Αδύνατον, κύριε. Τί δουλειά είχε ο Χριστός στο Club της Πολιτείας; Θα μπορούσε να ασχοληθεί ο Χριστός με τέτοια πεζά πράγματα;» «Όμως ο Χριστός είναι, ως Θεός, πανταχού παρών», τον διέκοψα και βυθίστηκε στις σκέψεις του. «Τώρα πού το λέτε, αναρωτιέμαι», συνέχισε ένας δεύτερος, «μήπως πραγματικά ήταν παρών ο Χριστός. Γιατί να μην ήταν; Ήταν τέλειος Θεός, αλλά και τέλειος άνθρωπος και συμμετείχε και θα συμμετέχει, πιστεύω, σε κάθε χαρά και λύπη μας. Ναι, έχω την εντύπωση πώς ήταν παρών, ήταν ανάμεσά μας». «Θα μπορούσες να έχεις δίκιο, Δημήτρη, όμως εσύ τον ένιωσες δίπλα σου;» Ο Δημήτρης έκανε νέα βουτιά στους στοχασμούς του. Η διαλογική συζήτηση είχε ανάψει. Ο ένας μετά τον άλλο οι δεκαεξάρηδες νεαροί επαναστάτες είχαν όλο και κάτι να πούν πάνω στο θέμα μας. Κατευ θύνοντας κατάλληλα το διάλογο αποσπούσα μαι ευτικά όλες τις διατυπωμένες θεωρίες γι’ αυτό πού πίστεψαν κατά καιρούς οι άνθρωποι για το πρόσωπο του Χριστού. Ο Ιησούς ήταν επαναστάτης κι επομένως ήταν παρών κοντά στα επαναστατημένα νιάτα. Όχι, ο Χριστός ήταν απών και φιλο σοφούσε κάπου μακριά μας. Ο Ιησούς ήταν ένας απλός άνθρωπος και επομένως ήταν απών τη στιγ μή εκείνη. Όχι, ο Χριστός ήταν Θεός και γι’ αύτό ως τηρητής μιας ηθικής μας κατέκρινε, αφού η στάση μας δεν ήταν τόσο ηθική καθώς μας λένε οι μεγαλύτεροι. Ή μάλλον παραμένει αδιάφορος προς αυτά πού λέμε τώρα. Ας αδιαφορήσουμε, αφού δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει καν. Έγινε πραγματικά έ να πανηγύρι το μάθημα και σιγά σιγά προέκυπτε η λήψη του ζητουμένου. Η κατάληξη ήταν ένα μπέρ δεμα από την πλευρά των παιδιών. «Ποιά είναι τελικά η αλήθεια, κύριε; Ποιά είναι η δική σας γνώμη; Ποιά είναι η άποψη της Εκκλησίας;» Η ώρα είχε προχωρήσει κι έπρεπε να δώσω τη λύση. Έπρεπε να λύσω το «μίτο της Αριάδνης». Αυτός ή ταν άλλωστε ο ρόλος μου. Να δώσω την πρόταση της Εκκλησίας, πού ήταν και δική μου πίστη, και να αφήσω τα παιδιά να επιλέξουν ελεύθερα. Τα είχα αρκετά απελευθερώσει να διατυπώσουν τις προσωπικές τους θέσεις και να κρίνουν χωρίς φόβο και πάθος την άποψη κάθε συμμαθητή τους.
                                                         

«Παιδιά, και βέβαια ήταν παρών ο Χριστός στο Club της Πολιτείας. Είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς και δεν λείπει από καμιά δραστηριότητά μας. Έχει όμως μεγάλη σημασία αν εσείς μπορούσατε να τον νιώσετε δίπλα σας. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο τότε η διασκέδασή σας είχε ένα ιδιαίτερο ήθος. Θα μπορούσατε να διασκεδάζετε, να χαίρεστε την παρουσία του διπλανού σας χωρίς να περνάει από το νου σας η σκέψη να ξεφύγετε από την αίσθηση του μέτρου. Θα κουβεντιάζατε, θα φλερτάρατε, θα χορεύατε με συναίσθηση ότι δίπλα σας βρίσκονταν πολλές εικόνες του Θεού. Θα είχατε χαρά, ομορφιά και ζωή σαν νέοι. Αν όμως δεν είχατε την αίσθηση της παρουσίας του Θεανθρώπου τότε ο διπλανός σας θα ήταν σταθερά ένα «σκεύος ηδονής», κάθε κίνηση και συμπεριφορά σας θα ανέδιδε τη  μυρωδιά του χώματος, της σάρκας, του θανάτου».


Στο σημείο αυτό άναψε καινούρια συζήτηση. Ήταν η συζήτηση της τελευταίας φάσης ενός μα θήματος, όπου τίθεται επί τάπητος η τελική θέση, πού αποτελεί και το αντικείμενο αύτού πού θέλει ο καθηγητής να συγκρατήσουν οι μαθητές του, ο τε λικός στόχος του δηλαδή. Εκείνη τη στιγμή ένιω θα ότι κάποιοι μαθητές θα ήθελαν να μου πούν αυ τό πού άκουσε κι ο Παύλος στον Άρειο Πάγο στο τέλος της ομιλίας του: «ακουσόμεθά σου και πά λιν». Όμως κάθε σύναξη-μάθημα έχει και το Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη της. Φαίνεται ότι ο παρών εκείνη τη στιγμή Ιησούς ο από Ναζαρέτ θέλησε να δώσει σημάδι της παρουσίας του.


Χτύπαγε ξαφνικά το κουδούνι για διάλειμμα και τη στιγμή εκείνη ένα χέρι σηκώθηκε στην τάξη πού αλαφιασμένη από το κουδούνι ένιωθε σαν ένα σώμα λυτρωμένο από μια τόσο κοπιαστική διδακτική ώρα. «Με συγχωρείτε, κύριε, ένα τελευταίο λόγο θα ήθελα να εκφράσω. Μόλις πέρασε από το νου μου και αισθάνομαι την ανάγκη να τον πω». «Σ’ ακούμε Μανόλη, τί συμβαίνει;» «Κύριε, αν έτσι είναι τα πράγματα, θέλω να πω, αν αυτός είναι πραγματικά ο Χριστός, δηλαδή ένας φίλος μας, πάντα και παντού κοντά μας, τότε θα ήθελα από σήμερα να με υπολογίζει ως φίλο του». Η ανήσυχη από το χτύπημα του κουδουνιού τάξη για κλάσματα τοϋ δευτερολέπτου σιώπησε. Ήταν σαν κάποιοι να ένιωσαν μ’ αυτό το λόγο του Μανόλη να είχε γκρεμιστεί όλο το οικοδόμημα των θεωριών γύρω από το πρόσωπο του Χριστού πού τον ήθελαν απόμακρο από τη βιωτή μας. Ένιωθαν κάπου να βρίσκεται παρών και να τείνει χείρα φιλική προς καθένα από αυτούς τους προβληματισμένους, τους επαναστατημένους, τους προδομένους από όλους και όλα νεανίες. Ένιωθα κι εγώ με αυτό το λόγο-ομολογία να καταξιώνεται ο ρόλος του εκπαιδευτικού. Φώναξα δυνατά μέσα μου το γνωστό «Ζει Κύριος» και σκέφτηκα την ομορφιά πού μας χαρίζει σε ανύποπτο χρόνο. Βγήκα από την τάξη μου πετώντας, ευχαριστώντας και αναλογιζόμενος πόσο μικρός είναι ο δρόμος από ένα Club μέχρι μια ομολογία μέσα στην τάξη ενός σχολείου.


Τόσο μικρή απόσταση όση χωρίζει ένα Γολγοθά από ένα κενό μνημείο!


πηγή: Αλέξανδρου Σ. Καριώτογλου, Μαθητικό Συναξάρι – Ιστορίες παιδείας οδυνηρές και ωφέλιμες, Εκδόσεις Ακρίτας.


Από το blog  Συνοδοιπορία